Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Αποκάλυψη και φυσικό περιβάλλον

Αποκάλυψη και φυσικό περιβάλλον
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Δ. Ζηζιούλα

Δεκαεννιά αιώνες πέρασαν από τότε που, σύμφωνα με την παράδοση αλλά και την επιστημονική έρευνα, γράφτηκε το βιβλίο της Αποκάλυψης, στο νησί της Πάτμου, από τον άγιο Ιωάννη. Και όλη την διάρκεια της μακράς του ιστορίας, το βιβλίο αυτό δεν έπαψε ποτέ να εξασκεί έντονη γοητεία στην σκέψη των αναγνωστών του, είτε αυτοί βρίσκονται μέσα είτε έξω από την Εκκλησία. Αυτό οφείλεται τόσο στο ύφος του όσο και στο περιεχόμενό του. Το ύφος σημαδεύεται από βαρύ και περίπλοκο συμβολισμό, που οδηγεί σε αναρίθμητες ερμηνείες, και κάνει την ανθρώπινη φαντασία να «εξαγριώνεται» και συχνά να ξεπερνά κάθε μέτρο, ενώ το περιεχόμενο αναφέρεται σε τέτοιες αναταραχές και ριζικές αλλαγές στην υπάρχουσα ιστορική και φυσική τάξη, ώστε το να μιλάμε για «Αποκάλυψη» να έχει γίνει ταυτόσημο με το να εκστομίζουμε το όνομα της χειρότερης καταστροφής που μπορούμε να σκεφτούμε.
Αυτά που είπαμε εξηγούν αρκετά ικανοποιητικά όλα όσα η εκκλησιαστική ιστορία μας λέει γι' αυτό το βιβλίο. Για πολλούς αιώνες ο δισταγμός της επίσημης Εκκλησίας να το συμπεριλάβει στον Βιβλικό κανόνα είναι ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα. Το άλλο είναι η μεγάλη σιωπή που επιβλήθηκε γι' αυτό το βιβλίο, όπως φαίνεται και από την παντελή έλλειψη Πατερικών υπομνημάτων σχετικά μ' αυτό για οκτώ περίπου αιώνες. Τελικά η ξαφνική έκρηξη του βιβλίου και η εξάπλωση του «ωστικού κύματος», που υποστήριξε κάθε είδους θρησκευτική ιδέα στον Μεσαίωνα, συνήθως σημαδεμένη από φανατισμό και υπερβολικές ψυχολογικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στην Δύση, προσέδωσε στο βιβλίο ένα μυστηριώδη χαρακτήρα. Ακόμη και μεταξύ των Ορθοδόξων της εποχής μας, παρά το αληθινό πνεύμα της Ορθοδοξης παράδοσης, που απαντάται στους Έλληνες Πατέρες, έχει εξαπλωθεί ανάμεσα στους πιστούς μια φανατική ρητορική, ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τον συμβολισμό του αριθμού 666, πράγμα που καθιστά την Αποκάλυψη ένα σχεδόν τρομακτικό κείμενο.
Ως αντίδοτο σ' αυτή την έξαλλη θεώρηση, η Βιβλική επιστήμη τις τελευταίες δεκαετίες μας έδωσε την δυνατότητα να δούμε αυτό το βιβλίο μ' ένα πιο νηφάλιο μάτι. Έτσι, όσον αφορά τις αποκαλυπτικές της εικόνες γνωρίζουμε πλέον πως όλες προέρχονται από την Ιουδαϊκή προφητική και αποκαλυπτική γλώσσα, και χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν αναφορές σε σύγχρονες ιστορικές πραγματικότητες, ειδικά σ' αυτές που σχετίζονται με την Ρώμη, την ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τους διωγμούς των πρώτων Χριστιανών, έτσι ώστε το βιβλίο να μη προκαλέσει την οργή των πολιτικών αρχών. Αυτοί οι συμβολισμοί, λοιπόν, δεν προορίζονταν να είναι «μυστικοί» και «αποκαλυπτικοί», κατά ένα θρησκευτικό ή «Πυθαγόρειο» τρόπο, αλλά οχήματα επικοινωνίας ανάμεσα στους πιστούς των πρώτων κοινοτήτων, που κρατούσαν ακόμη την ιουδαϊκή παράδοση και την αποκαλυπτική εικονολογία της.
Το άλλο σημαντικό σημείο που έχει προέλθει από την Βιβλική επιστημονική έρευνα είναι πως η κύρια συμβολική εικονολογία του βιβλίου προέρχεται από την λειτουργική εμπειρία των αναγνωστών του, ιδιαίτερα από την Ευχαριστιακή. Θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως το βιβλίο της Αποκάλυψης είναι μια ευχαριστιακή λειτουργία ή υπόμνημα μιας τέτοιας λειτουργίας. Χωρίς την λειτουργία το βιβλίο αυτό παραμένει ακατανόητο η ολοκληρωτικά και σοβαρό παρεξηγημένο.
Τελικά πρέπει να σημειωθεί και να υπογραμμισθεί πως εκείνο που ενδιαφέρει είναι η θεολογία του βιβλίου, και όχι ο συμβολισμός και ο εικονισμός που χρησιμοποιεί. Πρέπει να πλησιάσουμε το βιβλίο ερμηνευτικά, δηλ. αναφερόμενοι στη διαχρονική υπαρξιακή του σημασία. Πρόθεση του βιβλίου είναι να προβάλλει ένα μήνυμα η μηνύματα τεράστιας σημασίας για την ζωή του κόσμου, και σ' αυτά τα μηνύματα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας.
Το τελευταίο σημείο μας εισάγει στο θέμα μας. Τι έχει να πει το βιβλίο της Αποκάλυψης για την οικολογική κρίση της εποχής μας; Ποιο μήνυμα η μηνύματα μας φέρνει, καθώς την διαβάζουμε στο πραγματικό υπαρξιακό πλαίσιο, μέσα στο οποίο βρισκόμαστε; θα μπορέσουμε να απαντήσουμε σ' αυτό το ερώτημα μόνο αν εγκύψουμε βαθιά μέσα στην θεολογία του βιβλίου. Και στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε μπορούμε να το κάνουμε αυτό μόνο αν αντλήσουμε και συζητήσουμε κάποιες από τις θεμελιακές θεολογικές αρχές που υπόκεινται του βιβλίου. Οι αρχές που κατά την γνώμη μου μας οδηγούν κατευθείαν στην οικολογία είναι οι ακόλουθες:

1. Πρέπει να βλέπουμε την ιστορία εσχατολογικά
Η αρxή (principle) αυτή είναι πολλαπλή. Μία από τις πτυχές της είναι πως όλη η ιστορική πραγματικότητα έχει η πρέπει να έχει κάποιο είδος εσχάτης σημασίας. Τίποτε δεν χάνεται ούτε πρέπει να χαθεί στην ιστορία. Ακόμη και το κακό, αν και αρνητικά, συνεισφέρει στον τελικό σκοπό της ιστορίας. Είναι θεμελιώδης Βιβλική πίστη, που την συμμερίζεται κι ό συγγραφέας της Αποκάλυψης, πως ο Σατανάς είναι υπηρέτης των σχεδίων του θεού· τον χρησιμοποιεί ο θεός για να εκπληρώσει το θέλημά Του (πρβλ. την ιστορία του Ιώβ). Αργότερα, κατά την Πατερική περίοδο και υπό την επήρεια του Πλατωνισμού, το κακό έφθασε να θεωρείται ως μη ον, ως μια απλή άρνηση η απουσία του καλού. Αλλά ακόμη και τότε επιβίωσε η πίστη πως ό,τι συμβαίνει στην ιστορία, καλό ή κακό, αποτελεί μέρος ενός σχεδίου που πρόκειται να αποκαλυφθεί στο τέλος. Ο προφήτης (και σίγουρα ο Ιωάννης πιστεύει πως είναι προφήτης) έχει λάβει το χάρισμα από τον θεό να αποκαλύπτει μπροστά μας την έσχατη σημασία των πραγματικών ιστορικών γεγονότων. Η προφητεία δεν έχει νόημα χωρίς την Ιστορία, καθ' όσον δεν είναι τίποτε άλλο από υπόμνημα και ερμηνεία της πραγματικής ιστορίας κάθε δεδομένης στιγμής. Από την άλλη πλευρά η ιστορία παύει να είναι ιστορία, όταν δεν έχει νόημα και μέλλον, δηλαδή αν δεν έχει κατά κάποιο τρόπο συνδεθεί με την προφητεία.
Συνεπώς αυτή η εσχατολογική θεώρηση της ιστορίας περιλαμβάνει μια αποκάλυψη, μια αποκάλυψη της έσχατης σημασίας των ιστορικών γεγονότων. Γιατί λοιπόν ο όρος «αποκάλυψη» προσέλαβε το νόημα της «καταστροφής»; Απλώς επειδή η αποκάλυψη πολλών ιστορικών γεγονότων, ιδιαίτερα αυτών με ένα κακό, δηλαδή αρνητικό και καταστροφικό χαρακτήρα, θα σημαδευτεί από την «αποκάλυψη» της αρνητικότητας αυτών των γεγονότων και της αδυναμίας τους να ζήσουν αιώνια. Η αποκάλυψη είναι συνεπώς η τελική προσπάθεια του κακού να επιβληθεί στην ιστορία ως μια έλλογη πραγματικότητα. Αυτό είναι που κάνει το κακό τόσο ισχυρό, απειλητικό και φοβερό στον «αποκαλυπτικό» χρόνο. Το ξεσκέπασμα ή η «αποκάλυψη» του κακού, το οποίο πολλές φορές στην ιστορία έχει εκληφθεί ως καλό, είναι μια αναγκαία πλευρά της εσχατολογίας λόγω του παράγοντα της ελευθερίας που βρίσκεται πίσω από κάθε κακό. Η αποκάλυψη έτσι παίρνει την μορφή μιας σύγκρουσης μεταξύ καλού και κακού, μιας αληθινής μάχης ανάμεσα στον Θεό και τον Σατανά.
Αυτό σημαίνει πως η ιστορία, κοιταγμένη εσχατολογικά, απαιτεί μια κάθαρση και μια κρίση. Εδώ πάλι συναντούμε έναν όρο με διπλή σημασία. Κρίσις σημαίνει απόφανση, δηλαδή ξεσκέπασμα και αποκάλυψη του αληθινού χαρακτήρα του κακού, αλλά σημαίνει επίσης και κρίση, μια επικίνδυνη δηλαδή και κρίσιμη στιγμή στην ζωή και στην ιστορία, κάτι το αρνητικό, όπως και ο όρος «αποκάλυψη». Αποκάλυψη και κρίση σχηματίζουν μέρος της εσχατολογικής θεώρησης της ιστορίας, επειδή μια τέτοια θεώρηση αποσκοπεί βασικά στην κατανόηση της ιστορίας ως έλλογης πραγματικότητας, ως πεδίου εξάσκησης της ελευθερίας και ως κίνησης προς ένα πέρας.
Τώρα, σκοπός της προφητείας δεν είναι απλώς να ικανοποιήσει την πρόγνωση, αλλά να μας καλέσει σε μετάνοια έτσι ώστε, γνωρίζοντας από τώρα ποια θα είναι η τελική έκβαση του κακού, να μπορέσουμε να εμποδίσουμε το κακό από του να μας εξαπατήσει στο να το εκλάβουμε ως καλό, και να του συμπεριφερθούμε από τώρα ως αρνητική και καταστροφική δύναμη. Η προφητεία στην Βίβλο δεν υπάρχει για να μας παρέχει γνώση, αλλά για να μας κάνει να ενεργήσουμε, μεταβάλλοντας την στάση και την συμπεριφορά μας· είναι σαν όλα τα άλλα χαρίσματα για την οικοδομή, δηλαδή το κτίσιμο της κοινότητας (Α´ Κορ. 12-13) της Εκκλησίας και του κόσμου ευρύτερα. Αυτή είναι ασφαλώς η πρόθεση του συγγραφέα του βιβλίου της Αποκάλυψης. Ήθελε να οικοδομήσει την κοινότητα της Εκκλησίας και δι' αυτής ολόκληρο τον κόσμο.

2. Πρέπει να βλέπουμε την ιστορία κοσμολογικά
Μία καινοτομία του βιβλίου της Αποκάλυψης είναι πως εισάγει την κοσμολογία στην εσχατολογία. Είναι κοινά αποδεκτό πως η εβραϊκή σκέψη ήταν ιστορικά προσδιορισμένη, ενώ οι Έλληνες υιοθέτησαν έναν περισσότερο κοσμολογικό προσανατολισμό στον τρόπο σκέψης τους. Η σημιτική σκέψη έκλινε προς την παρατήρηση των ιστορικών γεγονότων (τις πράξεις του Θεού στην ιστορία) ενώ η ελληνική σκέψη διαμορφωνόταν από την παρατήρηση της φύσης. Με όλα τα στοιχεία που θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει σ' αυτήν την γενική και γενικευτική θέση, το κύριο σημείο παραμένει αληθές. Η εσχατολογία του ιουδαϊσμού ενδιαφερόταν περισσότερο για την τελική έκβαση της ιστορίας του Ισραήλ (και για τα «έθνη» που ανεμένετο να ενσωματωθούν σ' αυτόν), και όχι τόσο για την τελική έκβαση του φυσικού κόσμου. Ο συγγραφέας της Αποκάλυψης, αν και μεγάλωσε στο πνεύμα του ιουδαιοpblχριστιανικού αποκαλυπτισμού, ενδιαφέρεται επίσης και για τον φυσικό κόσμο, όχι μόνο ως πηγή του συμβολισμού του, αλλά και ως πραγματικότητα καθαυτή. Περιγράφει τις συνέπειες των τελευταίων ημερών πάνω στα φυσικά στοιχεία και μιλά για «καινό ουρανό» και «καινή γη» ως μέρος του εσχατολογικού οράματος. Αυτό είναι κάτι το πολύ σπουδαίο. Εισάγει, για πρώτη φορά, αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε κοσμολογική προφητεία ως τμήμα της ιουδαιοχριστιανικής προφητικής παράδοσης. Ο Χριστιανός τώρα καλείται να σκέφτεται την Βασιλεία των Ουρανών όχι μόνο ως σωτηρία του ανθρώπου, αλλά και ως επιβίωση και ευημερία ολόκληρης της δημιουργίας. Στην διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας αποδείχθηκε πως αυτό δεν ήταν εύκολο ζήτημα. Ήδη από τον τρίτο αιώνα, ο Ωριγένης αμφισβήτησε αυτή την εσχατολογία, διδάσκοντας πως η υλική δημιουργία είναι αποτέλεσμα της πτώσης, και πως θα επιβιώσει τελικά μόνο ο πνευματικός κόσμος. Ο Μεθόδιος Ολύμπου στις αρχές του 4ου αιώνα έγραψε μια διατριβή, για να αναιρέσει αυτή την άποψη, και τόνισε την πίστη πως ο Θεός δημιούργησε τον υλικό κόσμο, όχι για να τον αφήσει να καταστραφεί στο τέλος, αλλά για να τον δει να επιβιώνει και να ζει για πάντα. Όμως έναν περίπου αιώνα αργότερα στην Δύση ο μεγάλος θεολόγος Αυγουστίνος θεωρούσε την Βασιλεία του Θεού ως έναν τόπο όπου μόνο οι ψυχές των ανθρώπων θα υπάρχουν. Η θέση του αυτή δημιούργησε μεγάλο ρεύμα που παρέμεινε ισχυρό σ' ολόκληρη την μετέπειτα χριστιανική ιστορία, τουλάχιστον στον Χριστιανισμό της Δύσης. Αυτός ο ανθρωποκεντρισμός (θα μπορούσε επίσης να ονομασθεί ανθρωπομονισμός) στην Χριστιανική εσχατολογία πρέπει να έχει πολύ συνεισφέρει στην εμφάνιση του οικολογικού προβλήματος. Η κοσμολογική διάσταση της ανθρωπολογίας τονίστηκε από θεολόγους όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής στην Ανατολή (7ος αι.), αλλά η τάση να σκεφτόμαστε ανθρωποκεντρικά έχει επίσης παρατηρηθεί και σ' αυτό το τμήμα του Χριστιανισμού, ακόμη και στην εποχή μας. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που καλείται η Χριστιανική μας παράδοση να κάνει είναι να αντικαταστήσει τον ανθρωπομονισμό με μια κοσμολογικά προσανατολισμένη εικόνα του ανθρώπου. Αυτό έχει τεράστια σημασία για την οικολογία.
Αν πάρουμε σοβαρά τον κοσμολογικό προφητισμό της Αποκάλυψης, θα συνειδητοποιήσουμε πως το κακό δεν αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά μόνο στον άνθρωπο, αλλά επηρεάζει ολόκληρη την δημιουργία. Οπωσδήποτε, το κακό προϋποθέτει την ελευθερία, και ως τέτοιο μπορεί να παραχθεί μόνο από ελεύθερα πρόσωπα. Την στιγμή όμως που έρχεται στην πραγματικότητα, το κακό διαπερνά και αναστατώνει ολόκληρη την κτιστή τάξη. Αυτό είναι που κάνει τον Παύλο να γράψει τα πολύ γνωστά «οικολογικά» λόγια της προς Ρωμαίους επιστολής, κεφ. 8: «πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν... η γαρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται». Το βιβλίο της Αποκάλυψης είναι γεμάτο από αναφορές στις συνέπειες που έχει το κακό πάνω στο φυσικό περιβάλλον. Φθορά και θάνατος, λύπη και πόνος, είναι κοινά βιώματα όλων των πλασμάτων, παράλληλα με τους ανθρώπους. Το ξεπέρασμα αυτών των κακών από την άλλη πλευρά αναμένεται να επηρεάσει όλα τα κτίσματα, και όχι μόνο τους ανθρώπους. Κάθε πόνος και δυστυχία που επιβάλλεται πάνω σε μη ανθρώπινα όντα δεν είναι λιγότερο κακό απ' αυτό που επιπίπτει στους ανθρώπους. Η κοσμολογική προφητεία και η κοσμολογική εσχατολογία, προϋποθέτουν μια κατανόηση του κακού που περιλαμβάνει και την φύση· οδηγούν σε μια νέα αντίληψη της ηθικής που πηγαίνει πολύ πιο πέρα απ' ό,τι συνήθως θεωρούμε ως ηθικό ή ανήθικο. Αυτή η ηθική περιμένει ακόμη να βρει την θέση της στις χριστιανικές μας συνειδήσεις.

3. Η ιστορία, όπως και η κοσμολογία, έχουν οικουμενικό χαρακτήρα
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του βιβλίου της Αποκάλυψης είναι και η οικουμενική εσχατολογία. Με τον όρο «οικουμενική» δεν επιθυμούμε να αναφερθούμε σε θεωρίες οικουμενικής σωτηρίας και αποκατάστασης, αλλά στο απλό γεγονός πως ο συγγραφέας της Αποκάλυψης πιστεύει πως η εσχάτη σημασία και αποκορύφωση της ιστορίας περιλαμβάνει όλα τα έθνη και τους λαούς του κόσμου. Το Αρνίον, δηλαδή ο τελικός νικητής, ο «δούλος του Θεού» του βιβλίου του Ησαΐα, ο οποίος ταυτίζεται στην χριστιανική πίστη με τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, παρουσιάζεται από τον Ιωάννη ως το μόνο πρόσωπο που έχει το δικαίωμα να αποσφραγίσει το βιβλίο της ιστορίας και να αποκαλύψει το έσχατο νόημά του «ότι εσφάγης και ηγόρασας τω Θεώ εν τω αίματί σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους» (5,9).
Δεν χρειάζεται καθόλου να τονιστεί η σημασία που έχει αυτή η οικουμενική εσχατολογία για το θέμα μας. Η οικολογική κρίση, περισσότερο από κάθε άλλο πρόβλημα της ανθρωπότητας, αποκαλύπτει την αλήθεια πως ο κόσμος αποτελεί μια ενότητα και μια κοινότητα, και ο μικρότερος ακόμη βιασμός της φύσης σ' ένα μέρος του κόσμου οδηγεί αναπόφευκτα σε συνέπειες που επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Όλοι οι λαοί και όλα τα έθνη είναι δεμένα με την ίδια μοίρα από την άποψη της οικολογίας. Το βιβλίο της Αποκάλυψης, με την καθολική του εσχατολογία, ξεσκεπάζει μπροστά μας την έσχατη αλληλεγγύη του ανθρωπίνου γένους, και μας καλεί σε μια κοινή δράση για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, ανεξάρτητα από εθνικές, φυλετικές, κοινωνικές και άλλες διαφορές. Η ενότητα αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο των εσχάτων.

4. Ο κόσμος είναι μία Λειτουργία
Το βιβλίο της Αποκάλυψης είναι ένα λειτουργικό βιβλίο. Με τον όρο «λειτουργικό» εννοούμε πως έχει μια θεώρηση του κόσμου η οποία φέρει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
α) Ο κόσμος είναι κίνηση, είναι μια δυναμική πραγματικότητα. Δεν αποτελεί στατική αναπαραγωγή ενός σταθερού πρωτοτύπου, όπως το είχε συλλάβει η κλασική ελληνική φιλοσοφία, ιδιαίτερα του Πλατωνικού τύπου. Δεν ανακυκλώνεται, ούτε αναπαράγεται αιώνια. Όπως η βυζαντινή θεία Λειτουργία, έτσι κι αυτός είναι μια κίνηση προς ένα τέρμα, έναν τελικό σκοπό. Οι φυσικοί πόροι δεν είναι ούτε ανεξάντλητοι, ούτε άσκοποι· είναι «ιεροί» διότι έχουν κάποιον ιερό σκοπό, για τον οποίον υπάρχουν. Το καθένα από τα στοιχεία του, όσο μικρό κι αν είναι, είναι ιερό λόγω του ιερού σκοπού που έχει, αφού καλείται να ενσωματωθεί στον Χριστό.
β) Είναι μία πραγματικότητα κοινωνίας. Κανένα τμήμα αυτού του κόσμου δεν μπορεί να νοηθεί από μόνο του, χωριστά από την σχέση του με τ' άλλα μέρη. Ο κόσμος μοιάζει με εικόνα· έτσι τον βλέπει ο άγ. Ιωάννης στην Αποκάλυψη, ιδιαίτερα στα κέφ. 4-5. Αν αφαιρεθεί ή καταστραφεί και το παραμικρό κομμάτι απ' αυτήν, τότε καταστρέφεται ολόκληρη η εικόνα.
γ) Ο κόσμος χρειάζεται έναν ιερέα, κάποιον που θα τον ενοποιεί ελεύθερα και θα τον αναφέρει στον Δημιουργό. Ο άνθρωπος είναι ο «ιερέας της κτίσης», αυτός που έχει κληθεί να χρησιμοποιήσει τον κόσμο, όχι μόνο με σεβασμό αλλά και με δημιουργικότητα, έτσι ώστε τα επί μέρους να σχηματίσουν ένα όλο, και αυτό το όλο να υπερβεί τα όριά του, ερχόμενο σε σχέση με τον Θεό. Αυτό κάνει τον άνθρωπο να είναι απαραίτητο και ουσιώδες μέρος της δημιουργίας. Το αξίωμα που προώθησαν πολλοί οικολόγοι πως ο Άνθρωπος χρειάζεται την φύση, αλλά η φύση δεν χρειάζεται τον Άνθρωπο, δεν έχει καμιά θέση στην λειτουργική θέα του κόσμου. Αντίθετα, αν πάρουμε στα σοβαρά όσα τονίζει η φυσική επιστήμη σήμερα με αυτό που ονομάζει «Ανθρωπική Αρχή», θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στον άνθρωπο έναν ουσιώδη ρόλο στην δημιουργία. Αυτό είναι ακριβώς που μετράει στην μεγάλη ευθύνη που έχει ο άνθρωπος έναντι της δημιουργίας. Είναι μια ευθύνη όχι μόνο για την συντήρηση αλλά και για καλλιέργειά της, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί το έσχατο νόημα και ο σκοπός της δημιουργίας και να εκπληρωθεί μέσα από τα ανθρώπινα όντα. Η οικολογία πρέπει να περάσει από τον παθητικό ρόλο της συντήρησης της φύσης στην ενεργητική συμβολή στον πολιτισμό και στην επιστήμη. Είναι ένα δύσκολο καθήκον, ειδικά στην εποχή μας, όταν η Τέχνη και η Επιστήμη φαίνεται να δείχνουν μια τέτοια ασέβεια προς την φύση στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν όσα γίνεται περισσότερα από την φύση χάριν της ευδαιμονίας του ανθρώπου. Και όμως η οικολογία πρέπει να βρει τρόπους να εναρμονιστεί μ' όσα συμβαίνουν στην Τέχνη και στην Επιστήμη, όπως πρέπει επίσης να συμβεί και το αντίθετο, δηλαδή η Τέχνη και η Επιστήμη πρέπει να σκέφτονται και να συμπεριφέρονται οικολογικά. Όλα αυτά αναδύονται από μια λειτουργική θεώρηση του κόσμου, όπως αυτή που μας παρουσιάζει το βιβλίο της Αποκάλυψης.

Συμπέρασμα
Αυτές ήταν λίγες σκέψεις που κατατέθηκαν στην αγάπη σας από κάποιον που προσεγγίζει το ιερό βιβλίο της Αποκάλυψης με θεολογικό ενδιαφέρον και οικολογική συνείδηση. Δεν σημαίνει πως εξαντλούν ένα απέραντο θέμα, όπως αυτό δηλώνεται από τον τίτλο της ομιλίας μου. Προορίζονται απλώς να υπογραμμίσουν μερικές βασικές αρχές της θεολογίας του βιβλίου της Αποκαλύψεως, που κατά την άποψή μου έχουν ειδική σημασία γι' αυτούς που επιθυμούν να προσεγγίσουν το οικολογικό πρόβλημα, όχι επιπόλαια αλλά σε βάθος. Επειδή αποτελεί σταθερή πεποίθησή μου πως η λύση του οικολογικού προβλήματος δεν είναι απλώς ζήτημα διοίκησης και τεχνολογίας, όσο σπουδαία κι αν είναι αυτά. Είναι ζήτημα αλλαγής της πνευματικής μας στάσης, στην πραγματικότητα αλλαγής της κοσμοθεωρίας μας. Και τούτο γιατί μια ορισμένη κοσμοθεωρία δημιούργησε και συνεχίζει να συντηρεί την οικολογική κρίση, και όχι απλώς ένα είδος συμπεριφοράς που θα μπορούσε να αλλάξει μέσω της ηθικής. Το οικολογικό πρόβλημα είναι κατά ένα μεγάλο μέρος θεολογικό ζήτημα, το οποίο περιλαμβάνει θρησκευτικές ιδέες και κοσμολογικές απόψεις που χρειάζεται να αναθεωρηθούν. Το βιβλίο της Αποκάλυψης δείχνει προς μια τέτοια τοποθέτηση με έναν χαρακτηριστικό τρόπο.
Κατ' αρχάς η Αποκάλυψη μας καλεί να σκεφτούμε εσχατολογικά. Δυστυχώς στον πολιτισμό μας η εσχατολογική προοπτική έχει αντικατασταθεί από μια νοοτροπία του παρόντος. Έχουμε αποδιώξει το μέλλον από τον τρόπο σκέψης μας και τείνουμε να εξαντλούμε το ενδιαφέρον μας σ' αυτό που ο κόσμος μπορεί να μας προσφέρει τώρα. Αγνοούμε και αψηφούμε ακόμα και τις συνέπειες που θα έχουν για την επόμενη γενιά οι πράξεις μας, πόσο μάλλον σε μια ιστορική προοπτική. Η Αποκάλυψη μας καλεί να προσανατολιστούμε προς το μέλλον. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για την οικολογία.
Δεύτερον, η Αποκάλυψη μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε την κρίση, την αποκαλυπτική πλευρά όλων όσα μας περιμένουν. Τείνουμε να αισθανόμαστε ικανοποιημένοι και να απωθούμε στο υποσυνείδητό μας την κρίση που θα αντιμετωπίσει ο κόσμος αν δεν αλλάξει πορεία. Ο συγγραφέας της Αποκάλυψης μας λέει πως το κακό είναι ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα, που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή. Χρειάζεται μετάνοια, για να αποφευχθεί η καταστροφή.
Τρίτον, η κοσμολογική προοπτική που εισάγει η Αποκάλυψη στην έννοια της ιστορίας μας καλεί να επανεξετάσουμε την αντίληψη που έχουμε περί αμαρτίας. Συνηθίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την αμαρτία με ανθρωπολογικούς και κοινωνικούς κυρίως όρους. Αλλά υπάρχει και αμαρτία εναντίον της φύσης, αφού το κακό αναστατώνει ολόκληρη την κτιστή τάξη. Η κοσμολογία πρέπει να μπει στην ηθική μας, πράγμα που απαιτεί μια επανάσταση στην παιδεία μας, στα κηρύγματά μας και στα εγχειρίδιά μας.
Τέταρτο, η Αποκάλυψη μας καλεί να συνειδητοποιήσουμε τον οικουμενικό χαρακτήρα της μοίρας του κόσμου. Ο κόσμος είναι μία ενότητα και η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μία. Το σύνθημα «ένας κόσμος ή κανένας» υποστηρίζεται από την θεολογία της Αποκάλυψης.
Τελικά, το βιβλίο της Αποκάλυψης μας προσκαλεί να αποκτήσουμε ένα λειτουργικό ήθος. Πρέπει να συμπεριφερόμαστε «λειτουργικά», δηλαδή να μεταχειριζόμαστε τον κόσμο ως μια ιερή πραγματικότητα που περιέχει έσχατο νόημα και μας έχει παραδοθεί με εμπιστοσύνη όχι για να τον καταναλώσουμε, αλλά για να τον καλλιεργήσουμε και να προβάλλουμε αυτό το έσχατο νόημα. Είμαστε ιερείς κι όχι κυρίαρχοι, ούτε καν διαχειριστές της δημιουργίας.
Αυτά είναι όσα «το πνεύμα λέγει ταις Εκκλησίαις» στην εποχή της οικολογικής κρίσης. Καθ' οδόν προς την Πάτμο ας ενωτισθούμε προσεκτικά την φωνή της Αποκάλυψης. Συνδέεται άμεσα με τα σημερινά προβλήματά μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου